Η σεξουαλική επιθυμία και η κορύφωση της

Δημήτριος Γ. Γουλής
Λέκτορας Ενδοκρινολογίας Αναπαραγωγής Α.Π.Θ.

Μονάδα Ενδοκρινολογίας Αναπαραγωγής,Α’ Μαιευτική-Γυναικολογική
κλινική Α.Π.Θ, Π.Ν.Θ. «Παπαγεωργίου», Περιφερειακή Οδός – Νέα Ευκαρπία
564 29 Θεσσαλονίκη
e-mail [email protected]

 

• Ποιες ορμόνες σχετίζονται με τη σεξουαλική επιθυμία, τόσο στους άνδρες όσο στις γυναίκες;
• Η σεξουαλική επιθυμία, γνωστή διεθνώς με τον όρο libido, αποτελεί ένα περίπλοκο φαινόμενο στο οποίο εμπλέκονται, μεταξύ των άλλων, ορμονικοί, νευρολογικοί, ψυχολογικοί, πολιτισμικοί και κοινωνικοί παράγοντες.
• Οι ορμόνες που σχετίζονται με τη σεξουαλική επιθυμία παράγονται, κατά κύριο λόγο, στους όρχεις και στις ωοθήκες. Η κύρια ορμόνη στον άνδρα είναι η τεστοστερόνη ενώ στις γυναίκες η οιστραδιόλη. Τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα παράγουν και τις δύο ορμόνες: ωστόσο, στον άνδρα υπερτερεί σαφώς η τεστοστερόνη ενώ στη γυναίκα η οιστραδιόλη.
• Η παραγωγή αυτών των ορμονών κορυφώνεται στην εφηβεία και διατηρείται σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ζωής. Όπως είναι γνωστό, στον άνδρα δεν υπάρχει σαφές όριο της αναπαραγωγικής ζωής, καθώς κάποιοι άνδρες μπορεί να είναι γόνιμοι ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία. Ανάλογα σταθερή διατηρείται και η τεστοστερόνη, αν και παρατηρείται μια μικρή, βαθμιαία, πτώση με την πάροδο της ηλικίας. Αντίθετα, στη γυναίκα παρατηρείται απότομη διακοπή της αναπαραγωγικής ζωής περίπου στα 51 χρόνια, που εκδηλώνεται με την οριστική διακοπή της έμμηνης ρύσης: το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως εμμηνόπαυση. Η εμμηνόπαυση χαρακτηρίζεται από μεγάλη πτώση των οιστρογόνων και συνοδεύεται από ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ζωής της γυναίκας όσο και μετά την εμμηνόπαυση τα μικρά ποσά τεστοστερόνης που υπάρχουν στον οργανισμό της γυναίκας θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά για τη διατήρηση της σεξουαλικής επιθυμίας. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την τεστοστερόνη ως την κύρια ορμόνη της σεξουαλικής επιθυμίας τόσο στον άνδρα όσο και στη γυναίκα.
• Εκτός από την τεστοστερόνη κατά τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί μεγάλη έμφαση σε μια ομάδα ορμονών που ονομάζονται φερομόνες. Πρόκειται για παράγωγα ορμονών που εκκρίνονται από αδένες του δέρματος και συλλαμβάνονται με την όσφρηση. Οι μηχανισμοί αυτοί, που είναι εξαιρετικά αναπτυγμένοι στα έντομα, φαίνεται πως παίζουν σημαντικό ρόλο και στον άνθρωπο. Αν και απαιτούνται ακόμη πολλές μελέτες για να κατανοήσουμε τον τρόπο δράσης τους, φαίνεται πως οι φερομόνες σχετίζονται με τη σεξουαλική προσέλκυση, τη γονιμότητα και την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ μητέρας και παιδιού.

• Υπάρχει ηλικιακό χρονοδιάγραμμα κορύφωσης της σεξουαλικής επιθυμίας τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες;
• Θεωρητικά, η σεξουαλική επιθυμία κορυφώνεται με την εφηβεία και ακολουθεί παράλληλη πορεία με αυτή της τεστοστερόνης και των οιστρογόνων. Με αυτό το σκεπτικό, η σεξουαλική επιθυμία παραμένει περίπου σταθερή έως την ηλικία της εμμηνόπαυσης στη γυναίκα και ακόμη περισσότερο στον άνδρα. Ωστόσο, αν και το φαινόμενο είναι δύσκολο να αναλυθεί, κάποιες μελέτες έχουν δείξει ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι μέγιστη μεταξύ των 20 και 35 ετών στη γυναίκα και μεταξύ των 20 και 30 ετών στον άνδρα.

• Ποιοι παθολογικοί παράγοντες επηρεάζουν τη σεξουαλική επιθυμία;
• Καθώς η σεξουαλική επιθυμία σχετίζεται με τα επίπεδα της τεστοστερόνης και της οιστραδιόλης, κάθε παθολογική κατάσταση που ελαττώνει αυτές τις ορμόνες οδηγεί σε ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας. Οι καταστάσεις αυτές είναι γνωστές ως υπογοναδισμός. Ο υπογοναδισμός μπορεί να οφείλεται είτε σε παθήσεις που προσβάλουν τους όρχεις και τις ωοθήκες είτε σε παθήσεις που προσβάλουν την υπόφυση, ένα όργανο που βρίσκεται στον εγκέφαλο και που παράγει ορμόνες, τις γοναδοτροπίνες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη σωστή λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Οι όρχεις μπορεί να δυσλειτουργούν είτε εξαιτίας γενετικών συνδρόμων (σύνδρομο Klinefelter) είτε εξαιτίας ιογενών λοιμώξεων (παρωτίτιδα). Αντίστοιχα, οι ωοθήκες μπορεί να δυσλειτουργούν είτε εξαιτίας γενετικών συνδρόμων (σύνδρομο Turner) είτε εξαιτίας ανοσολογικών μηχανισμών (πρώιμη ωοθηκική ανεπάρκεια). Η ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία μπορούν να προκαλέσουν βλάβη τόσο στους όρχεις όσο και στις ωοθήκες. Τέλος, στην υπόφυση και στο γειτονικό υποθάλαμο εντοπίζονται καταστάσεις (σύνδρομο Kallmann, καλοήθεις όγκοι, νευρογενής ανορεξία) οι οποίες εμποδίζουν την παραγωγή των γοναδοτροπινών, παραβλάπτοντας με αυτόν τον έμμεσο τρόπο τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών
• Στην ουσία οποιαδήποτε συστηματική πάθηση, οξεία ή χρόνια, προκαλεί ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας. Είναι πολύ πιθανόν ότι και σε αυτές τις περιπτώσεις η ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας συντελείται μέσω της ελάττωσης της τεστοστερόνης. Η τελεολογική εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι ότι σε καταστάσεις stress, όπως είναι η κάθε είδους ασθένεια, ο οργανισμός εντείνει τις λειτουργίες που έχουν άμεση σχέση με την επιβίωση και καταστέλλει αυτές που έχουν σχέση με την αναπαραγωγή.
• Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η ελάττωση της σεξουαλικής επιθυμίας στον άνδρα δεν πρέπει να συγχέεται με τη στυτική δυσλειτουργία, δηλαδή την αδυναμία επίτευξης στύσης. Οι δύο καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν, όπως στην περίπτωση του υπογοναδισμού, όπου παραβλάπτονται τόσο η σεξουαλική επιθυμία όσο και η στυτική δυσλειτουργία εξαιτίας της ελάττωσης της τεστοστερόνης. Ωστόσο, υπάρχουν αίτια στυτικής δυσλειτουργίας, όπως βλάβες των αγγείων και των νεύρων, όπου η σεξουαλική επιθυμία δεν ελαττώνεται.