Ο θυρεοειδής και οι συνηθέστερες παθήσεις του (Β Μέρος)

Κωνσταντίνος Ιωαν. Μαυρουδής,Ενδοκρινολόγος

τ. Συντονιστής Διευθυντής Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού

Γενικό Νοσοκομείο ¨ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ¨
[email protected].com
ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ

Υποθυρεοειδισμός σημαίνει υπολειτουργία του θυρεοειδούς, παράγει δηλαδή λιγότερες θυρεοειδικές ορμόνες από ότι χρειάζεται ο οργανισμός. Η διάγνωση γίνεται εύκολα με εξέταση αίματος, τα επίπεδα της Τ4 ή/και της Τ3 είναι χαμηλά και η TSH είναι υψηλή.
Οι συχνότερες αιτίες του υποθυρεοειδισμού είναι: 1. Η αυτοάνοσος θυρεοειδίτιδα π.χ. θυρεοειδίτιδα Ηashimoto, που στην εξέταση του αίματος βρίσκουμε συνήθως υψηλά επίπεδα θυρεοειδικών αυτοαντισωμάτων, 2.H χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδή, 3. η ακτινοβολία, 4. Διάφορα φάρμακα 5. Η ατροφία του θυρεοειδούς κλπ.
Ο ασθενής μπορεί να παραπονείται για έλλειψη ενέργειας, καταβολή δυνάμεων, κόπωση, υπνηλία, επίσης μπορεί να κρυώνει, να έχει ξερό δέρμα, απώλεια μαλλιών, δυσκολία απώλειας βάρους, προβλήματα μνήμης, ροχαλιτό, μυικές κράμπες, δυσκοιλιότητα, αύξηση χοληστερόλης, χονδρή φωνή κλπ.

1

Βαρύς υποθυρεοειδισμός, που λόγω της υπνηλίας έκαψε ρούχα, φρύδια και μαλλιά με το τσιγάρο.

Ο Υποθυρεοειδισμός θεραπεύεται πολύ εύκολα με θυροξίνη (Τ4), η οποία μετατρέπεται στο ήπαρ, στους μύες και αλλού στη δραστική μορφή, δηλαδή τη Τ3, σε όση ποσότητα χρειάζεται ο οργανισμός. Εάν χορηγηθεί λίγο μεγαλύτερη δόση Τ4από ότι χρειαζόμαστε, τότε ο οργανισμός αδρανοποιεί αυτό που δεν χρειάζεται. Όταν ο ασθενής πάρει τη σωστή δόση, οι εξετάσεις του αίματος Τ4, Τ3 και TSH επιστρέφουν στα φυσιολογικά επίπεδα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρά την ιδανική θεραπεία υποκατάστασης με Τ4 τα θυρεοειδικά αυτοαντισώματα μπορεί να μη μεταβληθούν.

 

Υπερθυρεοειδισμός

Υπερθυρεοειδισμός σημαίνει υπερλειτουργία του θυρεοειδούς, παράγει δηλαδή περισσότερες θυρεοειδικές ορμόνες από ότι χρειάζεται ο οργανισμός.Σε εξέταση αίματος βρίσκουμε πολύ χαμηλή TSH και αυξημένα επίπεδα Τ4 ή/και Τ3. Θα πρέπει να αντιδιαστείλουμε τον όρο Υπερθυρεοειδισμό από τη Θυρεοτοξίκωση. Στη Θυρεοτοξίκωση τα αυξημένα επίπεδα Τ4δεν προέρχονται από υπερλειτουργία του θυρεοειδούς, αλλά από άλλη αιτία, π.χ. καταστροφή του θυρεοειδούς, όπως συμβαίνει σε μερικές θυρεοειδίτιδες στην αρχική τους φάση. Επειδή ο θυρεοειδής είναι γεμάτος με θυρεοειδικές ορμόνες, όταν καταστραφεί, πλημμυρίζει ο οργανισμός με Τ4 κυρίως και πέφτει η TSH,αυτό μπορεί να συμβεί και μετά από λήψη μεγάλων ποσοτήτων Τ4, και σε άλλες καταστάσεις.
Οι συνηθέστερες αιτίες του Υπερθυρεοειδισμού είναι η νόσος Graves, το τοξικό αδένωμα, η πολυοζώδης τοξική βρογχοκήλη και οι θυρεοειδίτιδες.
Η νόσος Gravesείναι αυτοάνοσος νόσος του θυρεοειδούς, δηλαδή παράγονται διάφορα αυτοαντισώματα, π.χ. τα αντιθυρεοειδικά, τα οποία διεγείρουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς και άλλα που μπορεί να προσβάλουν τα μάτια προκαλώντας εξόφθαλμο και τις άλλες εκδηλώσεις της οφθαλμοπάθειας Graves.
Στο τοξικό αδένωμα έχουμε έναν όζο που υπερλειτουργεί (θερμός ή τοξικός όζος θυρεοειδούς) και στην πολυοζώδη τοξική βρογχοκήλη έχουμε πολλούς όζους που υπερλειτουργούν.

Οι συνήθεις εκδηλώσεις της Θυρεοτοξίκωσης και του Υπερθυρεοειδισμού είναι: νευρικότητα, εύκολη κόπωση, καταβολή, αδυναμία, υπεριδρωσία, δυσανεξία στη ζέστη, τρόμος, υπερκινησία, αίσθημα προκαρδίων παλμών, συνήθως αύξηση της όρεξης με απώλεια βάρους, διαταραχές εμμήνου ρύσεως στις γυναίκες κλπ. Ο ασθενής έχει λεπτό, θερμό, υγρό, μαλακό δέρμα. Σε νόσο του Gravesπαρατηρούνται και σημεία από τα μάτια (εξόφθαλμος, ανάσπαση βλεφάρων, οίδημα γύρω από τα βλέφαρα κλπ)

2
Oφθαλμοπάθεια Graves

Ο Υπερθυρεοειδισμός θεραπεύεται εύκολα, αλλά θα πρέπει να τονισθεί ότι καμιά θεραπεία δεν είναι ιδανική για όλους τους αρρώστους! Στη θεραπευτική μας φαρέτρα έχουμε τα χάπια (καρβιμαζόλη, μεθιμαζόλη και προπυλθυουρακίλη) την εγχείρηση και το ραδιενεργό ιώδιο. Μπορεί να χορηγηθούν και β-αποκλειστές (β-blockers), ειδική κατηγορία φαρμάκων χρησιμοποιούμενα στις καρδιοπάθειες και υπέρταση, που αμβλύνουν μερικά από τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού, όπως τρόμο, ταχυκαρδία, υπεριδρωσία κλπ. Τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα καρβιμαζόλη, μεθιμαζόλη και προπυλθυουρακίλη, αναστέλλουν το σχηματισμό των θυρεοειδικών ορμονών από το θυρεοειδή αδένα, έχουν όμως και παρενέργειες, όπως κνησμό, αλλεργικό εξάνθημα, αρθραλγίες κλπ. Σπάνια μπορεί να προκαλέσουν λευκοπενία (λίγα λευκά αιμοσφαίρια) ή ακοκκιοκυτταραιμία (εξαφάνιση των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος, με πυρετό κλπ.), που είναι μεν σοβαρές επιπλοκές αλλά σπάνιες και πλήρως αναστρέψιμες. Είναιαξιοσημείωτοότιμισοίαπότουςασθενείςπουέχουνπαρενέργειεςαπόέναφάρμακομπορεί να έχουν τις ίδιες παρενέργειες και με ένα άλλο αντιθυρεοειδικό φάρμακο, οι οποίες όμως αντιμετωπίζονται εύκολα.
Ανάλογα με την αιτία της νόσου, ο ιατρός σε συμφωνία με τον ασθενή, που θα τον ενημερώσει για τη νόσο του και τα υπέρ και κατά κάθε θεραπείας θα συστήσειτη καταλληλότερη για το συγκεκριμένο άρρωστο αντιμετώπιση.
Έλεγχος θυρεοειδούς και η χρησιμότητα της κάθε εξέτασης

Υπερηχογράφημα θυρεοειδούς

Μας δίνει πληροφορίες για τη μορφολογία του θυρεοειδούς. Το μηχάνημα των υπερήχων χρησιμοποιεί υψηλής συχνότητας ηχητικά κύματα και πετυχαίνει πολύ καθαρές εικόνες του θυρεοειδούς. Είναι πολύ ευαίσθητη εξέταση, σήμερα, και μας δίνει πληροφορίες για το σχήμα, το ακριβές μέγεθος του θυρεοειδή αδένα, την ύπαρξη όζων, τον αριθμό τους, το μέγεθος κάθε όζου, εάν είναι κυστικός (έχει υγρό) ή συμπαγής. Υπάρχουν ορισμένα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά των όζων που τα βλέπουμε συχνότερα στους κακοήθεις όζους και άλλα στους καλοήθεις. Έτσι ένα καλό τεχνικά υπερηχογράφημα μπορεί να μας δώσει πληροφορίες εάν ο μονήρης όζος ή κάποιος από τους πολλούς μπορεί να είναι καλοήθης ή κακοήθης. Π.χ. ανάλογα με το εάν ο όζος είναι Υπό- Υπέρ- Ισό-ηχος (ηχητική πυκνότητα σε σχέση με τον υπόλοιπο θυρεοειδή), έχει ή όχι περιφερική άλω, τα όρια του όζου είναι ομαλά ή όχι, έχει ή όχι μικροασβεστώσεις, η αγγείωση είναι κεντρική ή περιφερική κλπ. μπορούμε να πούμε σχεδόν με μεγάλη ακρίβεια εάν ο όζος είναι καλοήθης ή κακοήθης.
Είναι χρήσιμο στο να ελέγχουμε την εξέλιξη των όζων, και είναι εξαιρετικά χρήσιμο στο να μας οδηγήσει να βάλουμε τη βελόνη παρακέντησης στον ύποπτο για κακοήθεια όζο και να αναρροφήσουμε υλικό για κυτταρολογική εξέταση.

Ορμονικές εξετάσεις αίματος (Τ3, Τ4, TSH)

Ο έλεγχος των επιπέδων των ορμονών Τ3, Τ4 και TSH μας δίνει πληροφορίες για τη λειτουργική κατάσταση του θυρεοειδούς. Οι ξένοι τις αποκαλούν (Thyroid Function Tests = Έξετάσεις θυρεοειδικής λειτουργίας).
Επί τυπικού Υπερθυρεοειδισμού βρίσκουμε πολύ χαμηλή TSH και αυξημένα επίπεδα Τ4 ή/και Τ3.
Επί τυπικού Υποθυρεοειδισμού συμβαίνει το αντίθετο, η TSH είναι υψηλή και τα επίπεδα της Τ4 ή/και της Τ3 είναι χαμηλά.
Η εργαστηριακή αυτή εικόνα, του Υπερ- & του Υπο- θυρεοειδισμού ερμηνεύεται από τη ρύθμιση του θυρεοειδούς από την υπόφυση. Στον Υπερθυρεοειδισμό δηλαδή που παράγονται ανεξέλεγκτα πολλές θυρεοειδικές ορμόνες πέφτει η TSH (Θυρεοειδοτρόπος), ενώ στον Υποθυρεοειδισμό, που, ή δεν υπάρχει θυρεοειδής ή υπάρχει αλλά δεν μπορεί να παράγει θυρεοειδικές ορμόνες, οι Τ4 ή/και της Τ3 είναι χαμηλές και η TSH υψηλή, γιατί η υψηλή TSH προσπαθεί να διεγείρει τον θυρεοειδή.
Σε ορισμένες καταστάσεις όπως η κύηση ή η λήψη αντισυλληπτικών ή εάν κάποιος έχει, λόγω ιδιοσυστασίας, υψηλό ή χαμηλό επίπεδο θυρεοδευσμευτικών πρωτεϊνών (οι πρωτεΐνες που μεταφέρουν τις θυρεοειδικές ορμόνες στο αίμα), μετράμε τις ελεύθερες Τ4 & Τ3 (FT4 & FT3), γιατί τα επίπεδα των ολικών Τ4 & Τ3 δεν δείχνουν τα πραγματικά δραστικά επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών, οι ελεύθερες είναι οι δραστικές θυρεοειδικές ορμόνες.
Πολύ συχνές καταστάσεις επίσης σήμερα είναι να έχουμε από τη μια μεριά φυσιολογικές Τ4 & Τ3 καθώς και φυσιολογικές FT4 & FT3 αλλά από την άλλη μεριά η TSHνα είναι πάρα πολύ χαμηλή, Υποκλινικός Υπερθυρεοειδισμός, ή η TSH να είναι οριακά αυξημένη οπότε έχουμε Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό.
Εάν ζητήσουμε μόνο μια εξέταση για τον έλεγχο της λειτουργίας του θυρεοειδούς, αυτή είναι η TSH, που διενεργείται εύκολα, είναι πολύ ευαίσθητη και ακριβής και μας δίνει πληροφορίες για τη λειτουργία του θυρεοειδούς ή για τη θυροξίνη που παίρνει κάποιος εάν είναι στη σωστή δόση.

Στις εξετάσεις του αίματος ελέγχουμε και τα επίπεδα των Θυρεοειδικών Αυτοαντισωμάτων (Αντιθυρεοεσφαιρινικών & Αντιμικροσωμιακών).
Σε φυσιολογικές συνθήκες το σώμα μας παράγει αντισώματα εναντίον ξένων ουσιών, όπως μικροοργανισμών ή ιών με στόχο να τους καταστρέφει και να προφυλάσσεται από αυτούς. Σε ορισμένες καταστάσεις ο οργανισμός παράγει αντισώματα εναντίον ιδίων του ιστών ή κυτταρικών του στοιχείων, και τότε δημιουργούνται τα αυτοάνοσα νοσήματα. Τα αντισώματα που παράγει και στρέφονται εναντίον του θυρεοειδούς του καλούνται θυρεοειδικά αυτοαντισώματα. Όταν τα επίπεδα των αντισωμάτων αυτών είναι υψηλά, μαρτυρούν την ύπαρξη Αυτοανόσου Θυρεοειδικής νόσου, π.χ. Θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Μερικές φορές τα επίπεδα των αντισωμάτων αυτών μπορεί να είναι πάρα πολύ υψηλά, η κατάσταση όμως αυτή δεν πρέπει να μας ανησυχεί.

Σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς

Το σπινθηρογράφημα δεν ανήκει στις εξετάσεις ρουτίνας του θυρεοειδούς. Διενεργείται σε ορισμένες περιπτώσεις και μας δίνει πληροφορίες για τη λειτουργική μορφολογία του θυρεοειδούς. Χρησιμοποιείται πολύ μικρή ποσότητα ραδιενεργού ουσίας, που μένει για λίγο στο σώμα και μας δίνει πληροφορίες για τη λειτουργικότητα των όζων του θυρεοειδούς.
Εάν ο όζος δεν λειτουργεί, είναι ψυχρός στο σπινθηρογράφημα. Εάν λειτουργεί, σκιαγραφείται όπως και ο διπλανός του θυρεοειδικός ιστός. Εάν όμως είναι αυτόνομος και ξεπερνά τη λειτουργία του φυσιολογικού θυρεοειδικού ιστού, τότε έχουμε το θερμό όζο.
Το σπινθηρογράφημα χρησιμοποιείται επίσης για το μετεγχειρητικό έλεγχο του καρκίνου του θυρεοειδούς και για την εντόπιση θυρεοειδικού ιστού έξω από τη θέση του θυρεοειδούς.

Βιοψία όζου θυρεοειδούς με λεπτή βελόνη (FNA)

Η FNA είναι η πιο αξιόπιστη εξέταση, που ξεχωρίζει εάν ένας, ψυχρός συνήθως, όζος είναι καλοήθης ή κακοήθης. Δεν χρειάζεται κάποια ειδική προετοιμασία, διενεργείται με λεπτή βελόνη, είναι ακίνδυνος, σχετικά ανώδυνος και δίνει πληροφορίες για την ιστολογία του όζου, που δεν δίνει καμιά άλλη εξέταση. Συνήθως παίρνονται περισσότερα του ενός δείγματα από ένα όζο για να διευκολυνθεί ο κυτταρολόγος στη διαφορική διάγνωση του όζου. Οι μικρού μεγέθους όζοι εντοπίζονται και παρακεντούνται με τη βοήθεια υπερηχογραφήματος.

Καρκινικοί δείκτες θυρεοειδούς

Η καλσιτονίνη σε υψηλά επίπεδα μαρτυρεί συνήθως (όχι πάντοτε) την ύπαρξη μυελοειδούς καρκίνου θυρεοειδούς.
Σε καρκίνο του θυρεοειδούς μετά από σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή και μετά από τη λήψη ραδιενεργού ιωδίου η μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης (Tg) μπορεί να μας δώσει πληροφορίες για την ύπαρξη θυρεοειδικού ιστού που παράγει θυρεοσφαιρίνη και χρειάζεται περαιτέρω έλεγχο.
Υπάρχουν βεβαίως και άλλες πιο ειδικές εξετάσεις που διενεργούνται ανάλογα με τη περίπτωση.

Ή σύντομη αυτή ανασκόπηση δεν υποκαθιστά το θεράποντα ιατρό, που θα ενημερώσει τον ασθενή και θα του εξηγήσει όλα τα σχετικά με τη περίπτωσή του, διότι μπορεί να έχει πολλές ιδιαιτερότητες.