Παχυσαρκία και κοινωνικός αποκλεισμός

Αμαλίας Στουρνάρα,Κοινωνικής λειτουργού
Διευθύντρια κοινωνικής υπηρεσίας,Νοσοκομείου «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ»
Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για την προώθηση ενός υγιούς τρόπου ζωής. Βέβαια, κάποτε οι άνθρωποι δεν είχαν τρόπους ζωής, είχαν ζωές. Δούλευαν και ζούσαν, αντιμετωπίζοντας τα καθημερινά προβλήματα της οικογένειας, της γέννησης, του θανάτου, και της αρρώστιας.

Η διαφορά ανάμεσα στη ζωή και στον τρόπο ζωής είναι ότι τον τρόπο ζωής τον επιλέγεις, ενώ ζωή είναι κάτι που σου συμβαίνει. Είναι σωστό να δίδεται έμφαση στον υγιή τρόπο ζωής, υπάρχουν, όμως, πλευρές που απαιτούν την ιδιαίτερη προσοχή μας.

Εκατοντάδες χρόνια πριν, οι περισσότερες ανθρώπινες τραγωδίες θεωρούνταν θέλημα Θεού. Μόλις τα τελευταία 60 περίπου χρόνια, οι προσδοκία όλων μας για καλή υγεία μεταφράστηκε σε απαίτηση για ύπαρξη οργανωμένων συστημάτων παροχής υπηρεσιών περίθαλψης..

Αλλά τι είναι υγεία; Το 1946, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, όρισε ως υγεία την κατάσταση πλήρους φυσικής, νοητικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι μόνο την απουσία νόσου ή αρρώστιας. Ένα γερό και υγιές άτομο δεν είναι μόνο αυτό που έχει φυσική υγεία και ευρωστία. Είναι, επίσης, το χαρούμενο και κοινωνικό ικανοποιημένο άτομο.

Μέσα στην πορεία της ζωής των ανθρώπων, το θέμα της παχυσαρκίας απόκτησε διάφορες θεωρήσεις και διαστάσεις. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες άτομα παχύσαρκα αποτελούσαν πρότυπο υγείας, κάλλους, ενέπνευσαν καλλιτέχνες, ποιητές, ζωγράφους και απολάμβαναν πλήρους αποδοχής από το περιβάλλον τους.

Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, δίδεται μεγάλη έμφαση στη φυσική εμφάνιση και η εικόνα για το ιδανικό σώμα που προωθείται από τα Μ.Μ.Ε. είναι το υπερβολικά λεπτό. Η επιδίωξη της «τελειότητας» συχνά επικεντρώνεται στα αισθητικά πρότυπα και μπορεί να οδηγήσει π.χ. τα πολύ νέα σε ηλικία κορίτσια να αποκτήσουν μια παθιασμένη σχέση με τη λεπτότητα και να επιδοθούν σε ακατάλληλες και επικίνδυνες δίαιτες. Μελέτες διαπιστώνουν ότι κορίτσια μόλις 9 ετών, είναι δυσαρεστημένα με το σώμα τους και επιζητούν να χάσουν κιλά.

Οι απόψεις αυτές παράγουν ένα συντηρητικό κοινωνικό στιγματισμό σε ολοένα ευρύτερες κατηγορίες ατόμων. Ταυτόχρονα, ακόμη και άτομα που έχουν λίγα κιλά παραπάνω, μοιάζει να έχουν ενσωματώσει την εικόνα ενός αδύνατου χαρακτήρα. Αυτή η ιδιαίτερα αρνητική εικόνα για τους παχύσαρκους είναι τυπική τόσο στα παιδιά, όσο και στους ενήλικες, αλλά και στους επαγγελματίες υγείας. Αντίθετα, σε λιγότερο βιομηχανοποιημένες κοινωνίες, οι υπέρβαροι μπορεί να αποτελούν θετικό πρότυπο και να εισπράττουν θετικά σχόλια.

Οι παχύσαρκοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν διακρίσεις στην εκπαίδευση, στην εργασία, στις κοινωνικές συναναστροφές.

Η τεκμηρίωση των διακρίσεων αυτών στηρίζεται σε έρευνες που έγιναν κυρίως στην Αμερική. Κι αυτό γιατί η έρευνα σχετικά με την παχυσαρκία στις ΗΠΑ έχει προχωρήσει αρκετά και-ίσως και λόγω του μεγέθους του προβλήματος- και φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την κοινή γνώμη και την επιστημονική κοινότητα.

Μια από αυτές τις έρευνες, παρακολούθησε μια ομάδα νέων 16-24 ετών σε διάστημα 7 χρόνων. Παρατηρήθηκε ότι οι γυναίκες που ήταν παχύσαρκες στην αρχή της έρευνας, συμπλήρωσαν λιγότερα σχολικά έτη, παντρεύτηκαν σε μικρότερο ποσοστό, είχαν υψηλότερους δείκτες φτώχειας. Αντίθετα, οι παχύσαρκοι άντρες στο μόνο που επηρεάστηκαν ήταν το γεγονός ότι παντρεύτηκαν σε μικρότερο ποσοστό απ’ ότι οι κανονικού βάρους..

Σε θέματα εκπαίδευσης, οι παχύσαρκοι, συνήθως, παρακολουθούν λιγότερα έτη σπουδών από ότι οι λεπτοί και δεν τα καταφέρνουν τόσο καλά στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Στα σχολεία και στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, βρίσκουμε αναλογικά λιγότερους παχύσαρκους να πετυχαίνουν υψηλές αποδόσεις. Επιπλέον, οι παχύσαρκες γυναίκες σε ποσοστό 65% δεν επιτυγχάνουν να μπουν στο κολέγιο της επιλογής τους..

Ως προς την εργασία, διαπιστώνεται ότι οι παχύσαρκοι-και ιδιαίτερα οι γυναίκες-υφίστανται διακρίσεις σε συγκεκριμένες θέσεις απασχόλησης (γραμματείς κ.λ.π.), ενώ εκδηλώνεται μια γενικευμένη αποστροφή στους εργασιακούς χώρους γι’ αυτή την κατηγορία ατόμων.

Οι παχύσαρκοι υποψήφιοι έχουν λιγότερες πιθανότητες να προσληφθούν. Αντιμετωπίζονται ως άτομα χαμηλής παραγωγικότητας με συναισθηματικά και διαπροσωπικά προβλήματα.

Όσον αφορά το εισόδημα που αποκτάται από της εργασία, κάτω από το 10% των στελεχών με υψηλό εισόδημα είναι υπέρβαροι. Αντίθετα, περίπου το 40% των στελεχών με χαμηλό εισόδημα ήταν υπέρβαροι.

Ο τομέας των κοινωνικών σχέσεων είναι πιθανώς ο πλέον ανησυχητικός για τους παχύσαρκους, καθώς το μέγεθός τους προκαλεί τον περίγελο. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι παχύσαρκοι είναι λαίμαργοι, τεμπέληδες, και γενικά αντιαισθητικοί. Μια σειρά συνεντεύξεων που έγιναν σε νεαρές Ιταλίδες, ηλικίας 13-16 ετών, απέδειξαν ότι η παχυσαρκία θεωρείται κοινωνικός στιγματισμός, τόσο για τα ίδια τα υπέρβαρα κορίτσια, όσο και για τα κορίτσια που είχαν φυσιολογικό βάρος. Οι παχύσαρκοι θεωρούνται ως λιγότερο ενεργητικοί, λιγότερο ελκυστικοί, λιγότερο υγιείς, με ασθενή θέληση και αυτοέλεγχο.

Οι παχύσαρκες γυναίκες βιώνουν πιο έντονα τις διακρίσεις από τους παχύσαρκους άνδρες. Έχει αποδειχθεί ότι οι γυναίκες-παχύσαρκες, πιο δύσκολα από ότι οι άνδρες έχουν μια ανοδική πορεία ζωής, βρίσκουν συντρόφους για γάμο και σχέση. Για παράδειγμα, μεταξύ των γυναικών που μεταπήδησαν σε υψηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο μέσω του γάμου, πολύ μικρό ποσοστό ήταν παχύσαρκες. Από την άλλη μεριά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό παχύσαρκων γυναικών μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο.

Η παχυσαρκία φαίνεται να προκαλεί έντονο άγχος. Ακόμη κι όταν οι παχύσαρκοι αποφασίζουν να επισκεφθούν γιατρούς ή άλλους επαγγελματίες υγείας, συνεχίζουν να παραμένουν υποταγμένοι στις προκαταλήψεις τους. Αν και υπάρχουν περισσότερες της μιας ερμηνείες για το γεγονός αυτό, η αρνητική αυτή προδιάθεση επιτείνει την απομόνωσή τους και την αίσθηση ότι τίποτα δε μπορεί να γίνει για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημά τους.

Για να γίνει κατανοητός ο ψυχοκοινωνικός καταναγκασμός που υφίσταται η συγκεκριμένη κατηγορία του πληθυσμού, αρκεί το ακόλουθο παράδειγμα..Μια ομάδα από υπερβολικά παχύσαρκους ασθενείς, οι οποίοι έχασαν βάρος μετά από επέμβαση, δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να είναι κουφοί, δυσλεκτικοί, διαβητικοί και να υποφέρουν από σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα, από το να επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση.

Με δεδομένο τον παραπάνω κατάλογο διακρίσεων και στιγματισμού, θα ήταν αναμενόμενο ότι τα παχύσαρκα άτομα θα υπέφεραν από κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα. Παρά ταύτα, δε φαίνεται να είναι ακριβώς έτσι. Παρότι μελέτες έχουν δείξει ότι συγκεκριμένες ομάδες, ιδιαίτερα νέων γυναικών, συνήθως υποφέρουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση και αισθήματα απόρριψης και ενοχής, αυτό δε φαίνεται να είναι συστατικό στοιχείο όλων των παχύσαρκων ατόμων.

Η συνέχεια του άρθρου της κ.Στουρνάρα θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος